στέρνον


στέρνον
(и pl.) грудь

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "στέρνον" в других словарях:

  • στέρνον — breast neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στέρνα — στέρνον breast neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στέρνοιο — στέρνον breast neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στέρνοις — στέρνον breast neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στέρνοισι — στέρνον breast neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στέρνοισιν — στέρνον breast neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στέρνου — στέρνον breast neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στέρνων — στέρνον breast neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στέρνῳ — στέρνον breast neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στέρνο — το / στέρνον, ΝΜΑ 1. το πρόσθιο μέρος τού θώρακα, το στήθος («παίει κατὰ τὸ στέρνον καὶ τιτρώσκει διὰ τοῡ θώρακος», Ξεν.) 2. πλατύ επίμηκες και μονοφυές οστό που καταλαμβάνει τη μεσότητα τής εμπρόσθιας μοίρας τού θώρακα και με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • сторона — укр., блр. сторона, др. русск. сторона, ст. слав. страна χώρα, περίχωρος (Остром., Супр.), болг. страна, сербохорв. страна, вин. стра̑ну, словен. strana, чеш., слвц. strana, польск. strona, в. луж., н. луж. strona, полаб. starna. Праслав. *storna …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера